Η αναστολη εκτελεσης διοικητικης πραξης στο Κυπριακο Διοικητικο Δικαιο: Οι εννοιες «εκδηλη παρανομια» και «ανεπανορθωτη βλαβη»

Του Γιώργου Καζολέα, Δικηγόρου LL.M.

Στα πλαίσια της διοικητικής δίκης παρέχεται το δικαίωμα στον διοικούμενο να ζητήσει προσωρινή προστασία, με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναστολής της διοικητικής πράξης μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της προσφυγής του στο Διοικητικό Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 13 του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) (3/1962) «προς πλήρη απονομήν της δικαιοσύνης το Δικαστήριον ή εις περιπτώσεις διαδικασίας συμφώνως προς το Άρθρον 146 οιοιδήποτε δύο Δικασταί ενεργούντες εκ συμφώνου, δύνανται, καθ’ οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας, είτε αυτεπαγγέλτως είτε τη αιτήσει οιουδήποτε διαδίκου, να εκδίδωσι προσωρινόν διάταγμα το οποίον όμως δεν θα διαγιγνώσκη την ουσίαν της υποθέσεως».

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ως άνω Κανονισμό, «ειδοποίησις δέον να επιδίδεται παρευθύς προς πάντας τους διαδίκους, οίτινες επηρεάζονται συνεπεία διατάγματος εκδοθέντος δυνάμει της παραγράφου ταύτης, διά να δυνηθώσιν ούτοι να ενστώσι κατ’ αυτού. Άμα τη τοιαύτη ενστάσει το Δικαστήριον, αφού ακούσει τους ισχυρισμούς των διαδίκων ή των συνηγόρων αυτών, δύναται είτε να ακυρώσει είτε να τροποποιήση είτε να επικυρώση το τοιούτον διάταγμα υφ’ οίους όρους ήθελε θεωρήσει πρέποντας».

Σύμφωνα με τη νομολογία, σκοπός της αναστολής είναι η αποτελεσματικότητα της διοικητικής δικαιοσύνης. Η αναστολή εκτέλεσης εμποδίζει τα θετικά αποτελέσματα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, για αποτροπή ανεπανόρθωτης ή δυσεπανόρθωτης ζημιάς στο διοικούμενο που απευθύνεται η πράξη. Αποκλείεται, έτσι, η δημιουργία πραγματικών καταστάσεων, που δεν είναι δυνατό να αντιμετωπισθούν αν ακυρωθεί αργότερα η επίδικη πράξη. Η αίτηση αναστολής είναι ένδικο βοήθημα παρακολουθητικού χαρακτήρα.[1]

Όπως παγίως έχει νομολογηθεί, η συγκεκριμένη διαδικασία αποτελεί εξαιρετική δικαιοδοσία και αναλαμβάνεται μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση είναι έκδηλα παράνομη ή όπου διαφαίνεται η έλευση ανεπανόρθωτης ζημιάς, με την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργούνται ταυτόχρονα, ανυπέρβλητα εμπόδια στην Διοίκηση.[2]

Όσον αφορά στην «έκδηλη παρανομία», θα πρέπει, η παρανομία, αν δεν αναδύεται αυτόματα, να προκύπτει στη βάση του υπάρχοντος διαθέσιμου υλικού, ως αντικειμενικά αναντίλεκτη και μη υποκείμενη σε στάθμιση και έκφραση κρίσης[3] και αφορά σε περιπτώσεις που η παραβίαση είναι οφθαλμοφανής χωρίς να χρειάζεται διερεύνηση αντιφατικών γεγονότων.[4]  Παρόλο που δεν υπάρχει εξαντλητικός ορισμός της έκδηλης παρανομίας, αυτή φαίνεται να περιλαμβάνει τη σαφή παραβίαση της νομικής διαδικασίας ή την αδιαμφισβήτητη παραγνώριση των θεμελιωδών κανόνων του διοικητικού δικαίου.[5]

Πρόσφατα (4/6/2019) το Διοικητικό Δικαστήριο της Κύπρου αποφάσισε την αναστολή των εργασιών για ανέγερση πρατηρίου βενζίνης πλησίον της Παναγίας της Χρυσοσπηλιώτισσας, λόγω του ότι η απόσταση του Σπηλαίου από το υπό ανέγερση πρατήριο είναι κατά πολύ μικρότερη από τα 200 μέτρα που απαιτείται. Το δικαστήριο κρίνοντας στη βάση του υλικού το οποίο τέθηκε ενώπιον του , της επί του θέματος νομολογίας και χωρίς την ανάγκη περαιτέρω  στάθμισης για έκφραση κρίσης, διαπίστωσε έκδηλη παρανομία.[6]

Αναφορικά με την «ανεπανόρθωτη βλάβη», ο Επ. Σπηλιωτόπουλος στο «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» επισημαίνει ότι «η αναστολή χορηγείται όταν, η εκτέλεση της πράξης μπορεί με τη δημιουργία μιας πραγματικής κατάστασης να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ή δύσκολα επανορθώσιμη βλάβη η οποία: (i)  είναι άμεση και συγκεκριμένη (ii) δεν στηρίζεται σε δικαίωμα τρίτου και (iii) αποδεικνύεται από τον αιτούντα ή προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου».[7]

Ζημιά η οποία είναι δεκτική επανόρθωσης δεν συνιστά λόγο αναστολής. Γίνεται μάλιστα παγίως δεκτό στη νομολογία ότι  χρηματική ζημιά δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει και να αιτιολογήσει την έκδοση προσωρινού διατάγματος, βασιζόμενου στο στοιχείο της ανεπανόρθωτης ζημιάς.[8]

Ο Κανονισμός 13 του Α.Δ. αποκλείει ρητά τη συζήτηση επί της ουσίας της υπόθεσης στα πλαίσια της προσωρινής δικαστικής προστασίας, η οποία (ουσία) αποτελεί αποκλειστικό αντικείμενο της εκδίκασης της κύριας προσφυγής. Στην πράξη ωστόσο είναι αναπόφευκτο σε πολλές περιπτώσεις να μη γίνει αναφορά στις ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης.

Το βάρος απόδειξης της ανεπανόρθωτης ζημίας βαρύνει τον αιτητή.  Ο αιτητής έχει καθήκον να προβάλει και να αποδείξει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που αποτελούν προϋπόθεση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής.[9]

Ειδικότερα, ο αιτητής θα πρέπει να συγκεκριμενοποιεί και να εξειδικεύει τα στοιχεία στα οποία βασίζει τον ισχυρισμό του για ανεπανόρθωτη ζημιά, έτσι ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος που δημιουργείται, στη βάση απαραίτητων συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων.[10]

Για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας από την οποία να αποδεικνύεται ότι η ζημιά την οποία θα υποστεί ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε από τις θεραπείες που μπορούν να  χορηγηθούν με την ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, ή με άλλο τρόπο. Ακόμα δε και στην περίπτωση κατά την οποία μπορεί να διαφαίνεται πιθανότητα πρόκλησης τέτοιας ζημιάς, το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να εκδώσει προσωρινό διάταγμα, αν αυτό είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσει ανυπέρβλητα εμπόδια στο έργο της Διοίκησης.[11]

Όπως προειπώθηκε, η αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της κύριας προσφυγής αποτελεί ένδικο βοήθημα παρακολουθητικού προς την προσφυγή χαρακτήρα και σκοπεί την αποτελεσματικότητα της διοικητικής δικαιοσύνης. Παρά τη δυσχέρεια απόδειξης είτε της έκδηλης παρανομίας της προσβαλλόμενης με την προσφυγή διοικητικής πράξης είτε της ανεπανόρθωτης ζημίας από την εφαρμογή της πράξης (σημειώνεται ότι δεν είναι υποχρεωτική η σωρευτική επίκλησή τους, αντιθέτως αρκεί η επίκληση είτε της μίας είτε της άλλης), η προσωρινή προστασία αποσκοπεί στην εξασφάλιση, όπου υπάρχει κίνδυνος, της μελλοντικής ικανοποίησης των δικαιωμάτων του αιτητή με τη λήψη του προσωρινού μέτρου και η σημασία της εντοπίζεται ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες όπου δημιουργούνται πραγματικές καταστάσεις, που δεν είναι δυνατό να αντιμετωπισθούν αν ακυρωθεί αργότερα η επίδικη διοικητική πράξη.

*Για οποιοδήποτε θέμα προσφυγής κατά πράξης της Διοίκησης και αίτησης αναστολής διοικητικής πράξης, επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλ. 22 272 360 / email: info@dplawcyprus.com

_______________________

[1] Κυριάκος Χ’’Κυριάκου κατά Δημοκρατίας της Κύπρου, (1991) 4 Α.Α.Δ. 3455

[2] Smirnov κατά Δημοκρατίας της Κύπρου, διά  του Υπ.Δικαιοσύνης και Δημ.Τάξεως, ΔΔ, 19.7.2019

[3] Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, (2007) 3 Α.Α.Δ 32

[4] Ελπίδα Κροκίδου κ.ά v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1857

[5] Frangos and Others v. The Republic (1982) 3 CLR 53

[6] www.tothemaonline.com, 5.6.2019

[7] Ε. Σπηλιωτόπουλου «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου (Τόμος ΙΙ) 12η έκδοση παρ. 548

[8] Κοινοπραξία Poseidon Grand Marina of Paphos κ.ά. v. Cybarco Plc κ.ά. (2009) 3 Α.Α.Δ. 513,

[9] Κυριάκος Χ’’Κυριάκου κατά Δημοκρατίας της Κύπρου, (1991) 4 Α.Α.Δ. 3455

[10] Smirnov κατά Δημοκρατίας της Κύπρου, διά  του Υπ.Δικαιοσύνης και Δημ.Τάξεως, ΔΔ, 19.7.2019

[11] Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου κατά Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού κ.α., ΑΑΔ, 26/6/2013

Related Posts